ΙΝΟΜΥΩΜΑΤΑ - ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ

ΙΝΟΜΥΩΜΑΤΑ -  ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ

Τα ινομυώματα της μήτρας θεωρούνται οι  πιο συχνοί γυναικολογικοί όγκοι, που σύμφωνα με ορισμένες μελέτες παρουσιάζονται στο 70-80% των γυναικών κατά την περίοδο της αναπαραγωγικής ηλικίας. Το μέγεθος τους ποικίλει και μπορεί να είναι από λίγα χιλιοστά μέχρι πολλά εκατοστά καταλαμβάνοντας ακόμα και όλη την κοιλιακή χώρα. Τα κύρια αίτια που προκαλούν την εμφάνιση των ινομυωμάτων είναι η κληρονομικότητα σε συνδυασμό με αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων.

Σε πολλές περιπτώσεις τα ινομυώματα είναι ασυμπωματικά και για τη διάγνωσή τους απαιτείται κλινική εξέταση ή απεικονιστικός έλεγχος. Εντούτοις, σε άλλα περιστατικά έχει παρατηρηθεί ό,τι τα ινομυώματα  μπορεί να προκαλέσουν σημαντική νοσηρότητα όπως  εμμηνορρυσιακές ανωμαλίες (π.χ. βαριά, ακανόνιστη και παρατεταμένη αιμορραγία της μήτρας), αναιμία λόγω ανεπάρκειας σιδήρου, πυελική πίεση / πόνος και προβλήματα γονιμότητας.

Οι επιπτώσεις των ινομυωμάτων εξαρτώνται από το μέγεθος, την εντόπιση και την ταχύτητα ανάπτυξής τους. Όσον αφορά την επίδραση των ινομυωμάτων στην κύηση υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις. 

Στις περισσότερες μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί, ο υπερηχογραφικός έλεγχος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, έδειξε ότι το μέγεθος των ινομυωμάτων παρέμεινε σταθερό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρήθηκε ακόμα και μείωση του μεγέθους τους.

Παρόλα αυτά, περίπου 10% με 30% των γυναικών με ινομυώματα της μήτρας αναπτύσσουν επιπλοκές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ανάλογα με τη θέση εντόπισης ενός ινομυώματος υπάρχει ο κίνδυνος αποβολής, πρόωρου τοκετού, πρόωρης αποκόλλησης, πρόωρης ρήξης των υμένων ή ενδομήτριας καθυστέρησης της ανάπτυξης. Ινομυώματα που εντοπίζονται στο κατώτερο σημείο της μήτρας, αυξάνουν την πιθανότητα δυσαναλογίας στον τοκετό, καισαρικής τομής και αιμορραγίας μετά τον τοκετό.

Έχει παρατηρηθεί επίσης ότι τα ποσοστά αυτόματων αποβολών αυξάνονται σημαντικά σε έγκυες με ινομυώματα  συγκριτικά  με τις έγκυες χωρίς (14% έναντι 7,6%, αντίστοιχα). Ο μηχανισμός με τον οποίο τα ινομυώματα προκαλούν αυτόματες αποβολές είναι ασαφής.

Το φαινόμενο της αιμορραγίας στα πρώτα στάδια της κύησης μπορεί να οφείλεται στη θέση του ινομυώματος. Η συχνότητα εμφάνισης αιμορραγίας στα αρχικά στάδια της κύησης είναι σημαντικά πιο συχνή σε εγκυμοσύνες  όπου ο πλακούντας εμφυτεύεται  πάνω ή κοντά σε κάποιο ινομύωμα συγκριτικά με τις εγκυμοσύνες στις οποίες δεν υπάρχει επαφή μεταξύ του πλακούντα και του ινομυώματος.

Όσον αφορά τον πρόωρο τοκετό και την πρόωρη ρήξη μεμβρανών, οι έγκυες γυναίκες με ινομυώματα είναι σημαντικά πιο πιθανό να γεννήσουν  πρόωρα από τις γυναίκες χωρίς ύπαρξη ινομυωμάτων (16,1% έναντι 8,7% και 16% έναντι 10,8%, αντίστοιχα. ). Σε περιπτώσεις πολλαπλών ινομυωμάτων που έρχονται σε επαφή με τον πλακούντα φαίνεται να υπάρχει ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για πρόωρο τοκετό. Αντίθετα, τα ινομυώματα δεν φαίνεται να αποτελούν παράγοντα κινδύνου για πρόωρη ρήξη μεμβρανών.

Η ανάπτυξη του εμβρύου δεν φαίνεται να επηρεάζεται από την παρουσία ινομυωμάτων της μήτρας. Παρόλο που  αθροιστικά δεδομένα και μια βασισμένη στον πληθυσμό μελέτη έδειξαν ότι οι έγκυες με ινομυώματα  διατρέχουν ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γέννησης νεογνού με καθυστέρηση  ενδομήτριας ανάπτυξης,  τα αποτελέσματα δεν προσαρμόστηκαν για την ηλικία της μητέρας ή την ηλικία κύησης.

Επιπρόσθετα, αξίζει να σημειωθεί ότι έχουν αναφερθεί ορισμένες εμβρυϊκές ανωμαλίες σε γυναίκες με μεγάλα υποβλεννογόνια ινομυώματα, όπως dolichocephaly  (πλευρική συμπίεση του εμβρυϊκού κρανίου), torticollis (ανώμαλη συστροφή του λαιμού) και ελαττώματα των άκρων.

Τέλος, ο πόνος είναι η πιο συχνή επιπλοκή των ινομυωμάτων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τα συμπτώματα συνήθως μπορεί να αντιμετωπιστούν  με συντηρητική θεραπεία (ανάπαυση, ενυδάτωση, και αναλγητικά), αν και σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να απαιτήσει οριστική χειρουργική εκτομή.