Αθηνα

Βασιλίσσης Σοφίας 121, 11524
Τηλ.:(+30) 210 6436 258

ΣΥΡΟΣ

Ηρώων Πολυτεχνείου & Παραλία Καρνάγιο
Κτίριο Β, 1ος όροφος (είσοδος από Παραλία) 84 100, Ερμούπολη
Τηλ.:(+30) 22810 77 188

Η ερώτηση «πώς γίνεται η εξέταση NIPT» αφορά πολλές εγκύους ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της κύησης. Πρόκειται για έναν μη επεμβατικό προγεννητικό έλεγχο αίματος, ο οποίος εκτιμά την πιθανότητα συχνών χρωμοσωμικών ανωμαλιών στο έμβρυο χωρίς να απαιτείται παρέμβαση στη μήτρα. Η εξέταση μπορεί να προσφέρει πολύτιμη πληροφορία, αλλά δεν αντικαθιστά ούτε το υπερηχογράφημα ούτε, όταν υπάρχει ένδειξη, τον διαγνωστικό γενετικό έλεγχο.

Πώς γίνεται η NIPT εξέταση;

Η NIPT, από τα αρχικά του Non-Invasive Prenatal Testing, πραγματοποιείται με μια απλή αιμοληψία από τη μητέρα. Στο μητρικό αίμα κυκλοφορούν μικρά τμήματα ελεύθερου DNA που προέρχονται κυρίως από τον πλακούντα και αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό το γενετικό υλικό του εμβρύου. Τα τμήματα αυτά ονομάζονται cell-free DNA ή ελεύθερο εμβρυϊκό DNA.

Η διαδικασία είναι αντίστοιχη με μια συνηθισμένη εξέταση αίματος. Δεν απαιτεί αναισθησία, δεν εισάγεται βελόνα στη μήτρα και δεν συνδέεται με τον κίνδυνο αποβολής που συνοδεύει επεμβατικές εξετάσεις, όπως η λήψη χοριακών λαχνών ή η αμνιοπαρακέντηση. Συνήθως δεν χρειάζεται νηστεία ή ειδική προετοιμασία, εκτός εάν δοθούν διαφορετικές οδηγίες από τον θεράποντα ιατρό ή το εργαστήριο.

Μετά την αιμοληψία, το δείγμα αναλύεται με εξειδικευμένες μοριακές τεχνικές. Ο στόχος είναι να υπολογιστεί εάν υπάρχει αυξημένη ή χαμηλή πιθανότητα το έμβρυο να έχει συγκεκριμένη χρωμοσωμική ανωμαλία. Τα αποτελέσματα συνήθως είναι διαθέσιμα σε λίγες εργάσιμες ημέρες, ανάλογα με το πρωτόκολλο του εργαστηρίου.

Από ποια εβδομάδα μπορεί να γίνει;

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η NIPT μπορεί να πραγματοποιηθεί από τη 10η εβδομάδα κύησης και μετά. Από αυτό το χρονικό σημείο, η ποσότητα του ελεύθερου εμβρυϊκού DNA στο αίμα της μητέρας είναι συνήθως επαρκής για αξιόπιστη ανάλυση.

Η σωστή χρονολόγηση της κύησης είναι ουσιαστική. Για τον λόγο αυτό, η εξέταση εντάσσεται πάντα στο συνολικό πλάνο παρακολούθησης της εγκυμοσύνης, σε συνδυασμό με το υπερηχογράφημα πρώτου τριμήνου και τη μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας. Η NIPT δεν είναι «αντί» του υπερήχου. Ο υπέρηχος αξιολογεί την ανατομία, την ανάπτυξη, την καρδιακή λειτουργία και πιθανά ανατομικά ευρήματα που καμία εξέταση αίματος δεν μπορεί να εντοπίσει από μόνη της.

Τι ελέγχει η NIPT;

Η βασική εφαρμογή της NIPT αφορά τις συχνότερες αριθμητικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Με υψηλή ευαισθησία μπορεί να εκτιμήσει τον κίνδυνο για τρισωμία 21, γνωστή ως σύνδρομο Down, τρισωμία 18, γνωστή ως σύνδρομο Edwards, και τρισωμία 13, γνωστή ως σύνδρομο Patau.

Ανάλογα με το είδος της εξέτασης που επιλέγεται, μπορεί επίσης να παρέχεται εκτίμηση για ανωμαλίες των φυλετικών χρωμοσωμάτων, όπως το σύνδρομο Turner, καθώς και πληροφορία για το φύλο του εμβρύου. Υπάρχουν διευρυμένα πάνελ που περιλαμβάνουν ορισμένες μικροελλείψεις ή σπανιότερες χρωμοσωμικές μεταβολές. Ωστόσο, η αξιοπιστία δεν είναι ίδια για όλες τις παθήσεις και για όλα τα πάνελ.

Ιδιαίτερα στις σπάνιες μικροελλείψεις, η ερμηνεία χρειάζεται προσοχή. Ένα ευρύτερο τεστ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και η κατάλληλη επιλογή για κάθε κύηση. Η εξατομίκευση του ελέγχου, με βάση το ιστορικό του ζευγαριού, τα υπερηχογραφικά ευρήματα και την ηλικία της εγκύου, είναι πιο ουσιαστική από την απλή επιλογή του μεγαλύτερου διαθέσιμου πάνελ.

Είναι διαγνωστική εξέταση;

Η NIPT είναι εξέταση διαλογής κινδύνου και όχι διαγνωστική εξέταση. Αυτό είναι το πιο κρίσιμο στοιχείο για τη σωστή αξιοποίηση του αποτελέσματος. Ένα αποτέλεσμα χαμηλού κινδύνου μειώνει σημαντικά την πιθανότητα των χρωμοσωμικών ανωμαλιών που ελέγχθηκαν, αλλά δεν αποκλείει όλες τις γενετικές ή ανατομικές παθήσεις του εμβρύου.

Αντίστοιχα, ένα αποτέλεσμα υψηλού κινδύνου δεν επιβεβαιώνει από μόνο του διάγνωση. Χρειάζεται επιβεβαίωση με επεμβατικό διαγνωστικό έλεγχο, δηλαδή λήψη χοριακών λαχνών στο πρώτο τρίμηνο ή αμνιοπαρακέντηση αργότερα στην κύηση. Από το υλικό που λαμβάνεται γίνεται καρυότυπος ή, όπου ενδείκνυται, πιο εξειδικευμένος μοριακός έλεγχος.

Η διαφορά αυτή έχει πρακτική και συναισθηματική σημασία. Ένα αποτέλεσμα αυξημένου κινδύνου μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αγωνία, όμως δεν πρέπει να οδηγεί σε βιαστικά συμπεράσματα ή αποφάσεις χωρίς γενετική συμβουλευτική και επιβεβαιωτική διάγνωση.

Σε ποιες εγκύους προτείνεται;

Η NIPT μπορεί να συζητηθεί με κάθε έγκυο που επιθυμεί έναν αξιόπιστο μη επεμβατικό έλεγχο για τις συχνότερες τρισωμίες. Συχνά επιλέγεται από γυναίκες μεγαλύτερης αναπαραγωγικής ηλικίας, από εγκύους με προηγούμενο ιστορικό χρωμοσωμικής ανωμαλίας ή από ζευγάρια που επιθυμούν να περιορίσουν την πιθανότητα να χρειαστούν επεμβατική εξέταση χωρίς σαφή ένδειξη.

Μπορεί επίσης να αξιοποιηθεί μετά από αποτέλεσμα ενδιάμεσου κινδύνου στον συνδυαστικό έλεγχο πρώτου τριμήνου. Όταν όμως το υπερηχογράφημα αναδείξει σημαντική ανωμαλία ή αυξημένη αυχενική διαφάνεια, η συζήτηση συχνά στρέφεται απευθείας προς διαγνωστικό έλεγχο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ένα τεστ διαλογής ενδέχεται να καθυστερήσει την οριστική απάντηση που χρειάζεται το ζευγάρι.

Η ένδειξη διαμορφώνεται διαφορετικά σε κυήσεις μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση, σε δίδυμη κύηση ή σε κύηση με δωρεά ωαρίων. Η NIPT είναι εφικτή σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, όμως το κατάλληλο τεστ και η ερμηνεία του αποτελέσματος πρέπει να προσαρμόζονται στα δεδομένα της συγκεκριμένης κύησης.

Πότε μπορεί να μην προκύψει αποτέλεσμα;

Σε ένα μικρό ποσοστό δειγμάτων, το εργαστήριο μπορεί να αναφέρει ότι δεν κατέστη δυνατή η έκδοση αποτελέσματος. Συνήθως αυτό συμβαίνει όταν το ποσοστό του ελεύθερου εμβρυϊκού DNA, γνωστό ως fetal fraction, είναι χαμηλό.

Η χαμηλή εμβρυϊκή κλασματική συγκέντρωση μπορεί να σχετίζεται με πολύ πρώιμη λήψη του δείγματος, αυξημένο σωματικό βάρος της εγκύου, ορισμένα χαρακτηριστικά της κύησης ή τεχνικούς παράγοντες. Μερικές φορές προτείνεται επανάληψη της αιμοληψίας μετά από λίγες ημέρες. Άλλες φορές, ιδίως όταν συνυπάρχουν υπερηχογραφικά ευρήματα, ο ιατρός μπορεί να προτείνει διαφορετική διαγνωστική στρατηγική.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται επίσης όταν έχει υπάρξει αρχικά δίδυμη κύηση με παλίνδρομη εξέλιξη του ενός εμβρύου, το λεγόμενο vanishing twin. DNA από το έμβρυο που δεν εξελίσσεται μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία του αποτελέσματος. Το πλήρες μαιευτικό και αναπαραγωγικό ιστορικό πρέπει επομένως να καταγράφεται πριν από την εξέταση.

Πώς ερμηνεύεται σωστά το αποτέλεσμα;

Η σωστή ερμηνεία ξεκινά πριν από την αιμοληψία. Η έγκυος χρειάζεται να γνωρίζει τι ακριβώς περιλαμβάνει το τεστ, ποιες παθήσεις δεν ελέγχει, τι σημαίνει η ένδειξη «χαμηλός κίνδυνος» και ποια είναι τα επόμενα βήματα αν προκύψει εύρημα υψηλού κινδύνου.

Μετά την έκδοση του αποτελέσματος, αυτό αξιολογείται μαζί με την ηλικία της μητέρας, τον υπερηχογραφικό έλεγχο, το ιστορικό της κύησης και τυχόν προηγούμενα γενετικά δεδομένα. Μια μεμονωμένη εργαστηριακή απάντηση δεν αρκεί για να περιγράψει το σύνολο της εμβρυϊκής υγείας.

Η προγεννητική φροντίδα είναι πιο ασφαλής όταν συνδυάζει τεχνολογία υψηλής ακρίβειας με έμπειρη κλινική κρίση. Η NIPT μπορεί να προσφέρει σημαντική ηρεμία και κατεύθυνση, αρκεί να επιλέγεται με σωστή ένδειξη και να εντάσσεται σε μια ολοκληρωμένη παρακολούθηση της εγκυμοσύνης, με χώρο για ενημερωμένες αποφάσεις και ουσιαστική υποστήριξη σε κάθε στάδιο.

Ρωτήστε τον Ιατρό

Για ραντεβού καλέστε τώρα στο: