Αθηνα
Βασιλίσσης Σοφίας 121, 11524
Τηλ.:(+30) 210 6436 258
ΣΥΡΟΣ
Ηρώων Πολυτεχνείου & Παραλία Καρνάγιο
Κτίριο Β, 1ος όροφος (είσοδος από Παραλία) 84 100, Ερμούπολη
Τηλ.:(+30) 22810 77 188
Βασιλίσσης Σοφίας 121, 11524
Τηλ.:(+30) 210 6436 258
Ηρώων Πολυτεχνείου & Παραλία Καρνάγιο
Κτίριο Β, 1ος όροφος (είσοδος από Παραλία) 84 100, Ερμούπολη
Τηλ.:(+30) 22810 77 188
Η επιλογή ενός εμβρύου για εμβρυομεταφορά δεν βασίζεται μόνο στην εικόνα του στο μικροσκόπιο. Όταν υπάρχει γνωστή κληρονομική πάθηση, επαναλαμβανόμενες αποβολές ή πολλαπλές αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής, οι PGD και PGS διαφορές αποκτούν ουσιαστική κλινική αξία. Πρόκειται για γενετικές εξετάσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της IVF, αλλά απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα και δεν έχουν την ίδια ένδειξη για κάθε ζευγάρι.
Η σωστή κατανόηση των όρων βοηθά το ζευγάρι να συμμετέχει ενημερωμένα στην απόφαση. Η προεμφυτευτική γενετική εξέταση μπορεί να προσφέρει πολύτιμη πληροφορία, δεν μπορεί όμως να εγγυηθεί εγκυμοσύνη, να εξαλείψει κάθε γενετικό κίνδυνο ή να υποκαταστήσει τον προγεννητικό έλεγχο.
Ο όρος PGD προέρχεται από το Preimplantation Genetic Diagnosis, δηλαδή προεμφυτευτική γενετική διάγνωση. Χρησιμοποιείται όταν στο ζευγάρι υπάρχει ήδη γνωστός κίνδυνος για μια συγκεκριμένη μονογονιδιακή νόσο. Στη σύγχρονη ορολογία αναφέρεται κυρίως ως PGT-M, από το Preimplantation Genetic Testing for Monogenic disorders.
Με το PGD ή PGT-M δεν γίνεται ένας γενικός έλεγχος «όλων των ασθενειών». Αναζητείται μια συγκεκριμένη γενετική αλλοίωση που έχει προηγουμένως ταυτοποιηθεί στην οικογένεια ή στους γονείς. Παραδείγματα αποτελούν η μεσογειακή αναιμία, η κυστική ίνωση, η νωτιαία μυϊκή ατροφία, το σύνδρομο εύθραυστου Χ σε επιλεγμένες περιπτώσεις και αρκετά άλλα κληρονομικά νοσήματα. Στόχος είναι να εντοπιστούν τα έμβρυα που δεν φέρουν τη συγκεκριμένη πάθηση για την οποία υπάρχει τεκμηριωμένος κίνδυνος.
Ο όρος PGS προέρχεται από το Preimplantation Genetic Screening. Ιστορικά περιέγραφε τον έλεγχο του αριθμού των χρωμοσωμάτων του εμβρύου, χωρίς να υπάρχει απαραίτητα γνωστή κληρονομική νόσος στην οικογένεια. Σήμερα ο ακριβέστερος όρος είναι PGT-A, δηλαδή προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος για ανευπλοειδίες.
Το PGS ή PGT-A διερευνά αν ένα έμβρυο έχει φυσιολογικό αριθμό χρωμοσωμάτων. Για παράδειγμα, μπορεί να ανιχνεύσει ανευπλοειδίες όπως η τρισωμία 21, που σχετίζεται με το σύνδρομο Down, καθώς και άλλες αριθμητικές χρωμοσωμικές διαταραχές. Δεν εξετάζει, από μόνο του, κάθε γονιδιακή μετάλλαξη και δεν αντικαθιστά το PGD όταν υπάρχει κίνδυνος για συγκεκριμένο μονογονιδιακό νόσημα.
Στην κλινική πράξη οι όροι PGD και PGS εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται συχνά, όμως η ονοματολογία έχει εξελιχθεί. Το PGT-M αφορά μονογονιδιακές παθήσεις, το PGT-A αριθμητικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες και το PGT-SR δομικές χρωμοσωμικές αναδιατάξεις, όπως μεταθέσεις ή αναστροφές χρωμοσωμάτων.
Η διάκριση αυτή δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Καθορίζει ποιος γενετικός έλεγχος χρειάζεται, ποια προετοιμασία απαιτείται πριν από την έναρξη της IVF και πώς ερμηνεύεται το τελικό εργαστηριακό αποτέλεσμα.
Το PGD εξετάζεται όταν ένας ή και οι δύο γονείς είναι φορείς ή πάσχουν από γνωστό κληρονομικό νόσημα. Απαιτείται προηγούμενη γενετική διερεύνηση του ζευγαριού και, σε αρκετές περιπτώσεις, σχεδιασμός εξατομικευμένου μοριακού τεστ από το εξειδικευμένο εργαστήριο. Μπορεί επίσης να χρειαστεί γενετικό υλικό από συγγενικό πρόσωπο, ανάλογα με την πάθηση και το οικογενειακό ιστορικό.
Η μέθοδος είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν το ζευγάρι επιθυμεί να μειώσει την πιθανότητα μεταβίβασης μιας σοβαρής γενετικής νόσου, χωρίς να χρειαστεί να βρεθεί αντιμέτωπο με μια διάγνωση μετά την εγκατάσταση της κύησης. Ωστόσο, η απόφαση έχει ιατρικές, πρακτικές και προσωπικές διαστάσεις. Προϋποθέτει αναλυτική γενετική συμβουλευτική, ρεαλιστική συζήτηση για τον πιθανό αριθμό εμβρύων και σαφή κατανόηση των περιορισμών της εξέτασης.
Το PGT-A μπορεί να συζητηθεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις υπογονιμότητας. Συχνότερα αξιολογείται σε γυναίκες αυξημένης αναπαραγωγικής ηλικίας, σε ιστορικό επαναλαμβανόμενων αποβολών, μετά από επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες εμβρυομεταφορές ή όταν υπάρχει αυξημένη πιθανότητα χρωμοσωμικών ανωμαλιών στα έμβρυα.
Η ηλικία της γυναίκας συνδέεται με αυξανόμενο ποσοστό ανευπλοειδικών ωαρίων και, κατά συνέπεια, εμβρύων. Σε αυτό το πλαίσιο, η δυνατότητα επιλογής ενός ευπλοειδικού εμβρύου μπορεί να βοηθήσει στον σχεδιασμό της εμβρυομεταφοράς. Δεν σημαίνει όμως ότι το PGT-A είναι αυτόματα η σωστή επιλογή για κάθε γυναίκα άνω μιας συγκεκριμένης ηλικίας ή για κάθε κύκλο IVF.
Ιδιαίτερα όταν αναμένονται λίγα έμβρυα, η απόφαση χρειάζεται προσεκτική εξατομίκευση. Η εξέταση δεν δημιουργεί περισσότερα έμβρυα ούτε βελτιώνει την ποιότητα των ωαρίων. Παρέχει πληροφορία για τα έμβρυα που υπάρχουν, ώστε η ιατρική ομάδα και το ζευγάρι να αποφασίσουν τη σειρά και τη στρατηγική των εμβρυομεταφορών.
Για να γίνει PGD, PGT-A ή PGT-SR, προηγείται διέγερση των ωοθηκών, ωοληψία και γονιμοποίηση των ωαρίων στο εργαστήριο. Κατά κανόνα εφαρμόζεται μικρογονιμοποίηση ICSI, ώστε να περιοριστεί η πιθανότητα παρουσίας εξωγενούς γενετικού υλικού στο δείγμα.
Τα έμβρυα καλλιεργούνται συνήθως έως το στάδιο της βλαστοκύστης, την πέμπτη ή έκτη ημέρα ανάπτυξης. Τότε λαμβάνονται λίγα κύτταρα από το τροφεκτόδερμα, τον ιστό που θα συμβάλει αργότερα στη δημιουργία του πλακούντα, όχι από την εσωτερική κυτταρική μάζα από την οποία αναπτύσσεται το έμβρυο. Στη συνέχεια η βλαστοκύστη υαλοποιείται και διατηρείται με κρυοσυντήρηση έως την έκδοση του γενετικού αποτελέσματος.
Ακολουθεί προγραμματισμένη εμβρυομεταφορά σε επόμενο κύκλο. Η διαδικασία της βιοψίας πραγματοποιείται από εξειδικευμένο εμβρυολογικό εργαστήριο και απαιτεί άριστο συντονισμό μεταξύ γυναικολόγου αναπαραγωγής, εμβρυολόγου και γενετιστή.
Κανένας προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος δεν είναι απόλυτος. Στο PGT-A, ένα αποτέλεσμα μπορεί να δείξει μωσαϊκισμό, δηλαδή παρουσία κυττάρων με διαφορετικό χρωμοσωμικό προφίλ στο ίδιο έμβρυο. Η ερμηνεία τέτοιων ευρημάτων είναι σύνθετη, επειδή το δείγμα προέρχεται από το τροφεκτόδερμα και ενδέχεται να μην αντιπροσωπεύει πλήρως όλα τα κύτταρα του εμβρύου.
Επιπλέον, ένα ευπλοειδικό έμβρυο δεν εξασφαλίζει εμφύτευση ή γέννηση υγιούς παιδιού. Η επιτυχία επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: την ηλικία και την ωοθηκική εφεδρεία, την ποιότητα των γαμετών, τη δεκτικότητα του ενδομητρίου, την ανατομία της μήτρας, το ιατρικό ιστορικό και τις συνθήκες της εμβρυομεταφοράς.
Αντίστοιχα, το PGD για μια συγκεκριμένη πάθηση δεν αποκλείει άλλες γενετικές ή αναπτυξιακές καταστάσεις που δεν περιλαμβάνονται στο τεστ. Για τον λόγο αυτό, μετά από κύηση με προεμφυτευτικό γενετικό έλεγχο συζητούνται εξατομικευμένα οι κατάλληλες επιλογές προγεννητικού ελέγχου. Ο μη επεμβατικός προγεννητικός έλεγχος αποτελεί εξέταση διαλογής και όχι διαγνωστική επιβεβαίωση, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να τεθεί θέμα επεμβατικού διαγνωστικού ελέγχου.
Η επιλογή μεταξύ PGD και PGS δεν είναι ζήτημα «καλύτερης» τεχνολογίας. Είναι ζήτημα σωστής ένδειξης. Ένα ζευγάρι με γνωστή μετάλλαξη για μεσογειακή αναιμία χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση από μια γυναίκα με επαναλαμβανόμενες αποβολές ή από ένα ζευγάρι στο οποίο ο άνδρας είναι φορέας ισορροπημένης χρωμοσωμικής μετάθεσης.
Η αξιολόγηση χρειάζεται να περιλαμβάνει το αναπαραγωγικό και οικογενειακό ιστορικό, τις προηγούμενες προσπάθειες IVF, τον καρυότυπο όταν ενδείκνυται, τον έλεγχο φορείας και τις πραγματικές πιθανότητες παραγωγής εμβρύων. Η τεχνολογία είναι πολύτιμη όταν εντάσσεται σε ένα τεκμηριωμένο, εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο.
Μια αναλυτική συζήτηση με εξειδικευμένο γυναικολόγο αναπαραγωγής και γενετιστή μπορεί να μετατρέψει την αβεβαιότητα σε σαφές πλάνο: ποια εξέταση απαντά στο δικό σας ερώτημα, τι μπορεί να προσφέρει και ποια βήματα θα ακολουθήσουν με ασφάλεια.
Copyright© 2026 | All Rights Reserved drchandakas.gr