Αθηνα

Βασιλίσσης Σοφίας 121, 11524
Τηλ.:(+30) 210 6436 258

ΣΥΡΟΣ

Ηρώων Πολυτεχνείου & Παραλία Καρνάγιο
Κτίριο Β, 1ος όροφος (είσοδος από Παραλία) 84 100, Ερμούπολη
Τηλ.:(+30) 22810 77 188

Η ερώτηση «τι εξετάσεις γίνονται πριν την IVF» δεν έχει μία ίδια απάντηση για κάθε γυναίκα ή ζευγάρι. Ο προεμφυτευτικός έλεγχος σχεδιάζεται με βάση την ηλικία, το ιστορικό, τη διάρκεια της υπογονιμότητας, τα ευρήματα προηγούμενων προσπαθειών και τον τρόπο με τον οποίο αναμένεται να εφαρμοστεί η θεραπεία. Στόχος δεν είναι να συσσωρευτούν εξετάσεις, αλλά να αποκτηθεί μια ακριβής, κλινικά χρήσιμη εικόνα που θα επιτρέψει την ασφαλή και εξατομικευμένη οργάνωση της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Η σωστή προετοιμασία μπορεί να αναδείξει παράγοντες που επηρεάζουν την ωοθηκική διέγερση, τη γονιμοποίηση, την εμφύτευση ή την εξέλιξη της κύησης. Παράλληλα, αποφεύγει καθυστερήσεις σε μια διαδικασία όπου ο χρόνος, ιδιαίτερα μετά τα 35 έτη, μπορεί να έχει ουσιαστική σημασία για τη γονιμότητα.

Τι εξετάσεις γίνονται πριν και γιατί;

Ο βασικός έλεγχος πριν από την IVF περιλαμβάνει τη γυναικολογική και αναπαραγωγική αξιολόγηση της γυναίκας, τον έλεγχο του άνδρα, εξετάσεις ασφάλειας για το ζευγάρι και, όπου υπάρχουν ενδείξεις, πιο εξειδικευμένο γενετικό ή ενδοκρινολογικό έλεγχο. Δεν χρειάζονται όλες οι εξετάσεις σε όλες τις περιπτώσεις.

Για παράδειγμα, μια γυναίκα με σταθερό κύκλο, φυσιολογικό υπερηχογράφημα και πρόσφατο πλήρη έλεγχο δεν ακολουθεί κατ’ ανάγκη το ίδιο πρωτόκολλο με μια ασθενή με ενδομητρίωση, επανειλημμένες αποβολές, χαμηλό ωοθηκικό απόθεμα ή προηγούμενες αποτυχημένες εμβρυομεταφορές. Η ιατρική αξία βρίσκεται στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων ως ενιαίο σύνολο και όχι σε έναν μεμονωμένο αριθμό.

Ιατρικό ιστορικό και κλινική γυναικολογική εκτίμηση

Η διερεύνηση ξεκινά με αναλυτικό ιστορικό. Καταγράφονται η ηλικία της γυναίκας και του συντρόφου, η διάρκεια των προσπαθειών για σύλληψη, ο κύκλος περιόδου, προηγούμενες κυήσεις, αποβολές, εξωμήτριες κυήσεις, χειρουργεία, φάρμακα και χρόνια νοσήματα. Εξετάζονται επίσης οικογενειακό ιστορικό θρομβώσεων ή κληρονομικών νοσημάτων, καθώς και παράγοντες τρόπου ζωής που μπορεί να επηρεάζουν τη γονιμότητα.

Ακολουθεί γυναικολογική εξέταση και διακολπικό υπερηχογράφημα. Με αυτό αξιολογούνται η μήτρα, το ενδομήτριο και οι ωοθήκες, ενώ εντοπίζονται ευρήματα όπως ινομυώματα, κύστεις, ενδομητριώματα, πολύποδες ή πιθανή υδροσάλπιγγα. Ο υπέρηχος δεν είναι απλώς μια τυπική εξέταση. Αποτελεί το σημείο αναφοράς για την επιλογή πρωτοκόλλου διέγερσης και για την παρακολούθηση των ωοθυλακίων στη συνέχεια.

Ορμονικός έλεγχος και εκτίμηση ωοθηκικού αποθέματος

Η εκτίμηση του ωοθηκικού αποθέματος βοηθά τον ειδικό να προβλέψει, με σχετική και όχι απόλυτη ακρίβεια, πώς ενδέχεται να ανταποκριθούν οι ωοθήκες στη διέγερση. Συνήθως περιλαμβάνει μέτρηση της αντιμυλλέριου ορμόνης (AMH), καταμέτρηση των μικρών άντρων ωοθυλακίων με υπερηχογράφημα (AFC) και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, ορμονικές εξετάσεις στην αρχή του κύκλου, όπως FSH, LH και οιστραδιόλη.

Η AMH είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τον σχεδιασμό της φαρμακευτικής αγωγής, όμως δεν μετρά από μόνη της την ποιότητα των ωαρίων ούτε προβλέπει με βεβαιότητα την πιθανότητα εγκυμοσύνης. Η ηλικία παραμένει καθοριστικός παράγοντας για τη χρωμοσωμική επάρκεια των ωαρίων και των εμβρύων. Γι’ αυτό η ερμηνεία της AMH απαιτεί πάντα συσχέτιση με την ηλικία, το υπερηχογράφημα και το συνολικό ιστορικό.

Παράλληλα μπορεί να ζητηθούν εξετάσεις θυρεοειδικής λειτουργίας, κυρίως TSH και, όταν υπάρχει ένδειξη, ελεύθερες θυρεοειδικές ορμόνες ή αντιθυρεοειδικά αντισώματα. Η ρύθμιση μιας θυρεοειδοπάθειας πριν από την έναρξη θεραπείας είναι σημαντική τόσο για τη σύλληψη όσο και για την πρώιμη κύηση. Αντίστοιχα, η προλακτίνη ελέγχεται όταν υπάρχουν διαταραχές κύκλου, γαλακτόρροια ή άλλα σχετικά κλινικά ευρήματα.

Έλεγχος μήτρας, ενδομητρίου και σαλπίγγων

Η εμβρυομεταφορά προϋποθέτει μια ενδομήτρια κοιλότητα κατάλληλη για εμφύτευση. Το διακολπικό υπερηχογράφημα είναι η πρώτη εκτίμηση, αλλά δεν αρκεί σε κάθε περίπτωση. Αν υπάρχει υποψία πολύποδα, υποβλεννογόνιου ινομυώματος, συμφύσεων ή συγγενούς ανωμαλίας της μήτρας, μπορεί να προταθεί υστεροσκόπηση. Η υστεροσκόπηση επιτρέπει άμεση απεικόνιση της κοιλότητας και, συχνά, ταυτόχρονη θεραπευτική παρέμβαση.

Σε ορισμένες ασθενείς εφαρμόζεται υπερηχογραφικός έλεγχος με έγχυση φυσιολογικού ορού ή τρισδιάστατο υπερηχογράφημα για λεπτομερέστερη χαρτογράφηση της μήτρας. Η διερεύνηση των σαλπίγγων είναι επίσης απαραίτητη όταν δεν έχει ήδη τεκμηριωθεί η κατάστασή τους. Η υδροσάλπιγγα, για παράδειγμα, μπορεί να μειώσει τις πιθανότητες εμφύτευσης και χρειάζεται ειδική αντιμετώπιση πριν από την εμβρυομεταφορά.

Η λαπαροσκόπηση δεν αποτελεί εξέταση ρουτίνας πριν από κάθε IVF. Επιλέγεται όταν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ενδομητρίωσης, συμφύσεων, πυελικού άλγους ή παθολογίας που δεν μπορεί να αξιολογηθεί επαρκώς με μη επεμβατικές μεθόδους. Αυτή η επιλεκτική προσέγγιση μειώνει τις άσκοπες επεμβάσεις χωρίς να παραβλέπει σύνθετα περιστατικά.

Αιματολογικές και λοιμωξιολογικές εξετάσεις

Πριν από την έναρξη της θεραπείας πραγματοποιούνται βασικές εξετάσεις αίματος, όπως γενική αίματος, ομάδα αίματος και Rhesus, καθώς και έλεγχος γλυκόζης όταν υπάρχει σχετική ένδειξη. Ανάλογα με το ατομικό ιστορικό, μπορεί να χρειαστεί περαιτέρω έλεγχος νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας, σιδήρου, βιταμίνης D ή μεταβολικών παραμέτρων.

Ο λοιμωξιολογικός έλεγχος αφορά συνήθως ηπατίτιδα Β, ηπατίτιδα C, HIV και σύφιλη, σύμφωνα με τα ισχύοντα πρωτόκολλα των μονάδων ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Οι εξετάσεις αυτές έχουν πρακτικό ρόλο στην ασφάλεια της θεραπείας, στη σωστή διαχείριση του βιολογικού υλικού και στην προστασία όλων των εμπλεκομένων.

Η κολπική ή τραχηλική καλλιέργεια δεν διενεργείται απαραίτητα σε κάθε γυναίκα χωρίς συμπτώματα. Ζητείται όταν το ιστορικό, η κλινική εξέταση ή προηγούμενα ευρήματα υποδεικνύουν λοίμωξη. Με τον ίδιο τρόπο, έλεγχος για θρομβοφιλία ή ανοσολογικούς παράγοντες δεν είναι καθολικός. Έχει θέση σε συγκεκριμένα περιστατικά, όπως επαναλαμβανόμενες αποβολές ή ιδιαίτερο ατομικό και οικογενειακό ιστορικό.

Έλεγχος του άνδρα πριν από εξωσωματική

Η εξωσωματική γονιμοποίηση αφορά το ζευγάρι. Το σπερμοδιάγραμμα είναι βασική εξέταση, καθώς αξιολογεί τον αριθμό, την κινητικότητα και τη μορφολογία των σπερματοζωαρίων. Αν υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις, μπορεί να επαναληφθεί ή να συμπληρωθεί με καλλιέργεια σπέρματος, ορμονικό έλεγχο, ουρολογική εκτίμηση ή έλεγχο κατακερματισμού DNA σπέρματος, όταν υπάρχουν οι κατάλληλες ενδείξεις.

Σε σοβαρό ανδρικό παράγοντα, η μικρογονιμοποίηση ICSI μπορεί να αποτελέσει μέρος του σχεδιασμού. Ωστόσο, η ICSI δεν υποκαθιστά τη σωστή διερεύνηση. Η αναγνώριση μιας κιρσοκήλης, μιας λοίμωξης, ορμονικής διαταραχής ή γενετικού αιτίου μπορεί να επηρεάσει τόσο τη θεραπευτική στρατηγική όσο και τη γενικότερη υγεία του άνδρα.

Πότε χρειάζεται γενετικός έλεγχος;

Ο γενετικός έλεγχος δεν είναι υποχρεωτικός για κάθε ζευγάρι που ξεκινά IVF. Προτείνεται όμως όταν υπάρχει γνωστή κληρονομική πάθηση, ιστορικό χρωμοσωμικών ανωμαλιών, επανειλημμένες αποβολές, σοβαρή διαταραχή σπέρματος ή άλλες σαφείς ενδείξεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί καρυότυπος των γονέων ή εξειδικευμένη γενετική συμβουλευτική.

Ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος των εμβρύων εξετάζεται εξατομικευμένα. Μπορεί να είναι πολύτιμος σε ζευγάρια με γνωστή μονογονιδιακή νόσο ή χρωμοσωμική αναδιάταξη. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως η προχωρημένη αναπαραγωγική ηλικία ή οι επανειλημμένες αποτυχίες, η απόφαση απαιτεί προσεκτική συζήτηση για τα πιθανά οφέλη, τους περιορισμούς, το κόστος και τον αριθμό των διαθέσιμων εμβρύων.

Από τα αποτελέσματα στο εξατομικευμένο πρωτόκολλο

Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, διαμορφώνεται το θεραπευτικό πλάνο: η επιλογή πρωτοκόλλου διέγερσης, η δοσολογία των φαρμάκων, η πιθανή ανάγκη για ICSI, η διαχείριση τυχόν γυναικολογικής παθολογίας και ο χρονισμός της εμβρυομεταφοράς. Σε γυναίκες με χαμηλό ωοθηκικό απόθεμα, σε σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών ή σε ιστορικό υπερδιέγερσης, η εξατομίκευση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την ισορροπία ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια.

Η προετοιμασία πριν από IVF είναι το πρώτο ουσιαστικό βήμα μιας θεραπείας που χρειάζεται επιστημονική ακρίβεια αλλά και καθαρή επικοινωνία. Όταν κάθε εξέταση ζητείται με συγκεκριμένο λόγο και κάθε αποτέλεσμα μεταφράζεται σε πρακτική απόφαση, το ζευγάρι μπορεί να προχωρήσει με μεγαλύτερη ασφάλεια, ρεαλιστικές προσδοκίες και εμπιστοσύνη στο επόμενο στάδιο.

Ρωτήστε τον Ιατρό

Για ραντεβού καλέστε τώρα στο: