Αθηνα

Βασιλίσσης Σοφίας 121, 11524
Τηλ.:(+30) 210 6436 258

ΣΥΡΟΣ

Ηρώων Πολυτεχνείου & Παραλία Καρνάγιο
Κτίριο Β, 1ος όροφος (είσοδος από Παραλία) 84 100, Ερμούπολη
Τηλ.:(+30) 22810 77 188

Η αναζήτηση για θεραπεία ενδομητρίωσης συνήθως ξεκινά όταν ο πόνος στην περίοδο, στη σεξουαλική επαφή ή στην καθημερινότητα παύει να θεωρείται «φυσιολογικός». Η ενδομητρίωση δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις γυναίκες. Για άλλες κυριαρχεί ο έντονος πυελικός πόνος, για άλλες η δυσκολία σύλληψης και για ορισμένες η διάγνωση προκύπτει τυχαία, σε έναν απεικονιστικό ή γυναικολογικό έλεγχο. Γι’ αυτό και η θεραπεία δεν είναι μία, ούτε ακολουθεί ένα ίδιο πρωτόκολλο για κάθε ασθενή.

Η σωστή αντιμετώπιση ξεκινά από την ακριβή εκτίμηση της νόσου, των συμπτωμάτων, της ηλικίας, του ιστορικού προηγούμενων επεμβάσεων και, κυρίως, του αναπαραγωγικού σχεδιασμού της γυναίκας. Στόχος δεν είναι μόνο η προσωρινή μείωση του πόνου. Είναι η διατήρηση ή αποκατάσταση της ποιότητας ζωής, η προστασία της γονιμότητας όπου χρειάζεται και η ασφαλής αντιμετώπιση των βλαβών.

Τι καθορίζει τη θεραπεία ενδομητρίωσης;

Η ενδομητρίωση είναι μια χρόνια, οιστρογονοεξαρτώμενη πάθηση, στην οποία ιστός με χαρακτηριστικά παρόμοια με του ενδομητρίου εντοπίζεται εκτός της κοιλότητας της μήτρας. Μπορεί να αφορά τις ωοθήκες, το περιτόναιο, τις σάλπιγγες, το έντερο, την ουροδόχο κύστη ή βαθύτερους ιστούς της πυέλου. Η βαρύτητα της νόσου δεν συμβαδίζει πάντοτε με την ένταση των ενοχλημάτων. Μικρές βλάβες μπορεί να προκαλούν σημαντικό πόνο, ενώ εκτεταμένη νόσος μπορεί να έχει περιορισμένα συμπτώματα.

Πριν αποφασιστεί ένα θεραπευτικό πλάνο, αξιολογούνται η κλινική εικόνα, η γυναικολογική εξέταση, το εξειδικευμένο υπερηχογράφημα και, όταν υπάρχει ένδειξη, η μαγνητική τομογραφία πυέλου. Η λαπαροσκόπηση δεν αποτελεί πλέον απαραίτητα το πρώτο διαγνωστικό βήμα για κάθε γυναίκα. Παραμένει, όμως, εξαιρετικά σημαντική όταν απαιτείται χειρουργική αντιμετώπιση, ιστολογική επιβεβαίωση ή λεπτομερής εκτίμηση εκτεταμένης νόσου.

Η επιλογή θεραπείας εξαρτάται από τρία βασικά ερωτήματα: πόσο επηρεάζουν τα συμπτώματα την καθημερινότητα, υπάρχουν κύστεις ή διηθητικές βλάβες που χρειάζονται αντιμετώπιση και επιθυμεί η γυναίκα άμεση εγκυμοσύνη; Οι απαντήσεις μεταβάλλουν ουσιαστικά τη στρατηγική.

Φαρμακευτική αντιμετώπιση για τον πόνο και τον έλεγχο της νόσου

Η ορμονική θεραπεία αποτελεί συχνά πρώτη επιλογή για γυναίκες με πόνο που δεν επιδιώκουν εγκυμοσύνη στο άμεσο διάστημα. Ο σκοπός της είναι να περιορίσει την ορμονική διέγερση των εστιών ενδομητρίωσης, να μειώσει τη φλεγμονώδη δραστηριότητα και να ελαττώσει τη δυσμηνόρροια, τον χρόνιο πυελικό πόνο και τον πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή.

Οι συνδυασμένοι ορμονικοί αντισυλληπτικοί παράγοντες, συχνά σε συνεχή χορήγηση, και τα προγεσταγόνα αποτελούν συνηθισμένες επιλογές. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν αγωνιστές ή ανταγωνιστές της GnRH, πάντοτε με προσεκτική παρακολούθηση για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως εξάψεις ή επίδραση στην οστική πυκνότητα. Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη μπορούν να βοηθήσουν στον έλεγχο του πόνου, αλλά δεν αποτελούν θεραπεία της ίδιας της πάθησης.

Η φαρμακευτική αγωγή δεν εξαφανίζει οριστικά τις εστίες και δεν βελτιώνει από μόνη της τη γονιμότητα. Μπορεί, ωστόσο, να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση και να σταθεροποιήσει την εικόνα της νόσου όσο η γυναίκα δεν επιθυμεί κύηση. Η διακοπή της αγωγής μπορεί να συνοδευτεί από επανεμφάνιση των συμπτωμάτων, γεγονός που κάνει την τακτική επανεκτίμηση αναγκαία.

Όταν η εγκυμοσύνη αποτελεί άμεση προτεραιότητα

Για μια γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει, η παρατεταμένη ορμονική καταστολή δεν είναι η κατάλληλη λύση, επειδή αναστέλλει την ωορρηξία. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται εξατομικευμένη αξιολόγηση της ωοθηκικής εφεδρείας, της βατότητας των σαλπίγγων, του σπέρματος και των χαρακτηριστικών της ενδομητρίωσης.

Η φυσική σύλληψη μπορεί να είναι εφικτή σε ήπια νόσο, ιδιαίτερα όταν δεν συνυπάρχουν άλλοι παράγοντες υπογονιμότητας. Σε άλλες περιπτώσεις, η ενδομήτρια σπερματέγχυση ή η εξωσωματική γονιμοποίηση μπορεί να προσφέρουν πιο κατάλληλη και χρονικά αποτελεσματική διαδρομή. Η απόφαση δεν βασίζεται μόνο στο στάδιο της ενδομητρίωσης, αλλά και στην ηλικία, στη διάρκεια των προσπαθειών και στα ευρήματα του πλήρους ελέγχου γονιμότητας.

Πότε εξετάζεται η χειρουργική θεραπεία ενδομητρίωσης;

Η ελάχιστα επεμβατική χειρουργική, κυρίως με λαπαροσκόπηση και σε επιλεγμένα σύνθετα περιστατικά με ρομποτική χειρουργική, εξετάζεται όταν ο πόνος επιμένει παρά την κατάλληλη συντηρητική θεραπεία, όταν υπάρχουν ενδομητριώματα ωοθηκών, όταν υπάρχει υποψία βαθιάς διηθητικής ενδομητρίωσης ή όταν οι βλάβες επηρεάζουν το έντερο, το ουροποιητικό ή άλλα πυελικά όργανα.

Κατά τη χειρουργική επέμβαση επιδιώκεται η πλήρης και ασφαλής αφαίρεση ή καταστροφή των εστιών, η λύση συμφύσεων και η αποκατάσταση της ανατομίας της πυέλου. Όταν εμπλέκονται έντερο ή ουροδόχος κύστη, απαιτείται προσεκτικός προεγχειρητικός σχεδιασμός και, όπου χρειάζεται, συνεργασία με εξειδικευμένες χειρουργικές ομάδες. Η εμπειρία στη λαπαροσκοπική και ρομποτική προσέγγιση έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς η ενδομητρίωση μπορεί να αλλάζει σημαντικά την ανατομία της πυέλου.

Η χειρουργική δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτόματη λύση για κάθε κύστη ωοθήκης ή κάθε περίπτωση υπογονιμότητας. Ειδικά στα ενδομητριώματα, η επέμβαση μπορεί να επηρεάσει την ωοθηκική εφεδρεία, εφόσον δεν σχεδιαστεί με ακρίβεια. Για μια γυναίκα που επιθυμεί μελλοντική τεκνοποίηση, το όφελος της επέμβασης πρέπει να σταθμίζεται απέναντι στον κίνδυνο απώλειας υγιούς ωοθηκικού ιστού.

Η γονιμότητα χρειάζεται δικό της σχεδιασμό

Η ενδομητρίωση συνδέεται με υπογονιμότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείει την εγκυμοσύνη. Μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία των σαλπίγγων, την ανατομία της πυέλου, την ποιότητα των ωαρίων, τη διαδικασία της γονιμοποίησης ή το φλεγμονώδες περιβάλλον της κοιλίας. Κάθε περίπτωση έχει διαφορετική βιολογική και κλινική βάση.

Σε γυναίκες με μειωμένη ωοθηκική εφεδρεία, αμφοτερόπλευρα ενδομητριώματα ή ανάγκη επαναλαμβανόμενων επεμβάσεων, μπορεί να συζητηθεί η κρυοσυντήρηση ωαρίων ή εμβρύων πριν από χειρουργική θεραπεία. Αυτή η επιλογή δεν είναι απαραίτητη για όλες, αλλά μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ασφάλεια σε συγκεκριμένα περιστατικά. Η έγκαιρη συζήτηση είναι συχνά πιο χρήσιμη από μια βιαστική απόφαση μετά την επιδείνωση της νόσου.

Η εξωσωματική γονιμοποίηση δεν θεραπεύει την ενδομητρίωση, αλλά μπορεί να παρακάμψει ορισμένα εμπόδια που δημιουργεί στη σύλληψη. Αντίστοιχα, η χειρουργική μπορεί να είναι καθοριστική όταν υπάρχουν μεγάλες κύστεις, έντονες συμφύσεις ή βαθιά διηθητικές βλάβες, χωρίς να σημαίνει ότι προηγείται πάντοτε της IVF. Η σωστή σειρά των βημάτων είναι εξατομικευμένη.

Παρακολούθηση μετά τη θεραπεία

Η ενδομητρίωση είναι χρόνια πάθηση και έχει πιθανότητα υποτροπής. Μετά από χειρουργική αντιμετώπιση, η ορμονική καταστολή μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο επανεμφάνισης συμπτωμάτων σε γυναίκες που δεν επιδιώκουν άμεσα κύηση. Η παρακολούθηση περιλαμβάνει αξιολόγηση του πόνου, υπερηχογραφικό έλεγχο όπου ενδείκνυται και επανεκτίμηση του αναπαραγωγικού πλάνου σε κάθε νέα φάση ζωής.

Η αντιμετώπιση ωφελείται επίσης από μια ευρύτερη προσέγγιση. Φυσικοθεραπεία πυελικού εδάφους, αντιμετώπιση χρόνιου πόνου, διατροφική υποστήριξη και ψυχολογική φροντίδα μπορούν να έχουν ουσιαστικό ρόλο, ιδιαίτερα όταν ο πόνος είναι μακροχρόνιος. Αυτές οι παρεμβάσεις δεν υποκαθιστούν τη γυναικολογική θεραπεία, αλλά τη συμπληρώνουν.

Ο πόνος της περιόδου που περιορίζει τη ζωή σας δεν είναι κάτι που χρειάζεται να αντέχετε σιωπηλά. Μια έγκαιρη, εξειδικευμένη εκτίμηση μπορεί να μετατρέψει την αβεβαιότητα σε ένα σαφές πλάνο φροντίδας, με χώρο τόσο για την ανακούφιση σήμερα όσο και για τις επιλογές μητρότητας που θέλετε να διατηρήσετε για το μέλλον.

Ρωτήστε τον Ιατρό

Για ραντεβού καλέστε τώρα στο: